Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ ΤΟ 1910-1911





Άποψη του Δεδέαγατς στις αρχές του 20ου αιώνα
Αρκετές πληροφορίες αντλούμε για την Αλεξανδρούπολη του 1910 – 1911, λίγο δηλαδή πριν από του Βαλκανικούς Πολέμους και την μεγάλη αναταραχή που σημάδεψε τη ευρύτερη περιοχή μας, από έναν  οδηγό της Ελλάδος του Νικολάου Γ. Ιγγλέση, όπου αναφέρεται, πέραν της ελεύθερης Ελλάδας και  σε ολόκληρη την  Μακεδονία και Θράκη, την Μικρά Ασία μετά των νήσων του Αρχιπελάγους κ.λ.π.
Συγκεκριμένα ο οδηγός αυτός για το Δεδέαγατς αναφέρει:
«Πόλις παράλιος της Θράκης,  πρωτεύουσα διοικήσεως (Σαντζάκ = διοικητική περιφέρεια), υπαγομένης εις το βιλαέτιον Ανδριανουπόλεως (μεγάλη διοικητική περιφέρεια). Στο Σαντζάκ Δεδεαγάτς υπάγονται οι υποδιοικήσεις (Καζάδες) της Αίνου και του Σουφλίου και περιλαμβάνει συνολικά 42 χωριά, από τα οποία τα 14 είναι Χριστιανικά και τα 28 Μουσουλμανικά.
Το Δεδεαγάτς έχει τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της ενωτικής γραμμής Θεσσαλονίκης – Κωνσταντινούπολης  (Jonction  SaloniqueConstantinople) στον οποίο γίνεται η ένωση των δύο σιδηροδρομικών  γραμμών και απέχει από την Θεσσαλονίκη 12 ώρες σιδηροδρομικώς και από την Κωνσταντινούπολη επίσης άλλες  12 ώρες. Δια θαλάσσης  απέχει από την Καβάλα 8 ώρες.


Δεδέαγατς 1904. Εγκαίνια του Μουσουλμανικού Τεμένους στο Δεδέαγατς.-

Είναι έδρα του Μητροπολίτου Αίνου και έχει Μητροπολίτη τον Ιωακείμ Γεωργιάδη. Στην εκκλησιαστική επαρχία υπάγονται 2 χωριά της διοικήσεως Δεδεαγάτς, 4 της υποδιοικήσεως Κεσσάνης και 11 της υποδιοικήσεως Αίνου και Σουφλίου. Σημειώνεται ότι από τα χωριά της διοικήσεως του Δεδεαγάτς η Μάκρη και η νήσος Σαμοθράκη, εκκλησιαστικά υπάγονται στη Μητρόπολη Μαρώνειας.
Ο οδηγός αυτός μας πληροφορεί και για μια σειρά από άλλα στοιχεία, από τα από τα οποία  μπορούμε να βγάλουμε πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για την ζωή της πόλης.
Πληθυσμός: Ο πληθυσμός του Δεδεαγάτς ανέρχεται σε 4.686 κατοίκους από τους οποίους  οι μισοί περίπου είναι Έλληνες 2.310,  Βούλγαροι  369, Μωαμεθανοί 1.542, Αρμένιοι 125, Ιουδαίοι 230 και καθολικοί 110.
Εκκλησίες: Κάθε μία κοινότητα έχει τη δική της εκκλησία και συγκεκριμένα υπάρχει μία (1) Ελληνική (ο Άγιος Νικόλαος) με τρεις Ιερείς, μία Βουλγαρική (των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου – μετέπειτα Αγίου Ελευθερίου), μία Αρμενική (του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου – Σουρπ Γκαραμπέτ), μία Εβραϊκή συναγωγή, μία Καθολική (του Αγίου Ιωσήφ) και δύο Τεμένη.


Οι μαθήτριες του  Παρθεναγωγείου των Καθολικών με τις δασκάλες του, έξω από το σχολείο τους.

Σχολεία: Στο Δεδεαγάτς λειτουργούν:
·         Αστική Σχολή Αρρένων (αναφέρεται στη Λεονταρίδειο Σχολή Αρρένων) με επτά (7) τάξεις, εκατόν τριάντα (130)  μαθητές και πέντε (5) Δασκάλους.
·         Παρθεναγωγείο μαζί με Νηπιαγωγείο, με έξι (6) τάξεις, έξι (6) δασκάλες, εκατόν τριάντα τρεις (133) μαθήτριες και εκατόν τριάντα (130) νήπια.
·         Τουρκική Σχολή με διακόσιους μαθητές και τέσσερες (4) δασκάλους.
·         Βουλγαρική Σχολή με σαράντα έξι (46) μαθητές και δύο δασκάλους
·         Αρμενική Σχολή με πενήντα (50) μαθητές και δύο δασκάλους
·         Εβραϊκή Σχολή με τριάντα (30) μαθητές και έναν δάσκαλο. Και
·         Καθολική ιερέων με είκοσι πέντε (25) μαθητές.

Σωματεία – Λέσχες: Λειτουργεί ο Ελληνικός Σύλλογος Φιλόμουσων μετά Λέσχης και Μουσικού τμήματος. Επίσης υπάρχει και η Οθωμανική Λέσχη Νεοτουρκικού Κομιτάτου.
Το Δεδεαγάτς θεωρείται  κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου και τα κύρια προϊόντα που παράγει, τα οποία και εξάγει, είναι Δημητριακά, Βαλανίδια και Αλίπαστα.
Να δούμε τώρα ποιες ήταν οι εγκατεστημένες στη πόλη αρχές και ποιοί ήταν οι επικεφαλείς αυτών, για να πάρουμε μια άποψη της δομής λειτουργίας της πόλης.



Ο Ενωτικός Σιδηροδρομικός Σταθμός στα Δυτικά της πόλης.

Μουτεσαρίφης ήταν ο Αγκόπ Καραμπετιάν εφέντης (προφανώς Αρμενικής καταγωγής).
Στρατιωτικός Διοικητής ο Αλή Ριζά πασάς.
Μουδίρης των Εμμέσων φόρων ο Θεμιστοκλής εφέντης (Ελληνικής καταγωγής)
Αρχηγός της Χωροφυλακής ο Ιμπραήμ Ιζέτ βέης
Διευθυντής της Αστυνομίας ο Αλή Ριζά εφένδης
Λιμενάρχης ο Χασάν  Rasri βέης
Τελώνης – Αρχιλογιστής ο Ισμαήλ Νακκή εφέντης
Δήμαρχος ο Μαχμούτ Σεφκέτ βέης
Μηχανικός ο Αδζεμιάν Ι. (Αρμενικής καταγωγής)
Ιατρός Δημοτικός ο Σαβρή βέης, κτηνίατρος ο Ταχσίν εφέντης, Διευθυντής  του Υγειονομικού ο Νατζή Μουσταφά εφέντης και Υγειονομικός Γιατρός ο Dr Καλούδης (Ελληνικής καταγωγής).
Μουδίρης του Ταχυδρομείου και του Τηλεγραφείου ο Χααδή εφέντης. Υπεύθυνος για το Δημόσιο Οθωμανικό χρέος ήταν ο Ιμπραήμ Νακκή και του Μονοπωλείου καπνού (Regie) Μουδίρης ο Αρσάν βέης.

 Tο Οθωμανικό Διοικητήριο της πόλης.

Ο ίδιος οδηγός μας πληροφορεί ότι στη πόλη λειτουργεί Αυστριακό Ταχυδρομείο με διευθυντή τον Rerguglian K. και Γαλλικό Ταχυδρομείο υπό την διεύθυνση το Μπαδέττη Ε.  καθώς και δύο Νοσοκομεία (το Στρατιωτικό και το Δημοτικό που σώζεται μέχρι σήμερα).
Στον οικονομικό τομέα λειτουργεί υποκατάστημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Τράπεζας με Διευθυντή τον Orr και Υποδιευθυντή τον Νολσταίν Π. και Πρακτορεία της Τράπεζας Θεσσαλονίκης και της Τράπεζας  Douche Orient Agent.
Λειτουργούν δύο σιδηροδρομικοί Σταθμοί πλήρως  επανδρωμένοι με Επιθεωρητές, Μηχανικούς, Σταθμάρχες κινήσεως και εμπορευμάτων, Μηχανοδηγούς κ.λ.π,. τεχνικό και διοικητικό προσωπικό κυρίως Φραγκολεβαντίων και Ελλήνων.



Από τα εγκαίνια του Νοσοκομείου του Δεδέαγατς.

Επίσης λειτουργούν πολλοί Εκκαθαριστές αβαριών,  ασφαλιστές, ναυτικοί πράκτορες και πολλά Προξενεία.
Συγκεκριμένα τα Προξενεία που είναι αυτή την εποχή εγκατεστημένα στο Δεδεαγάτς είναι:
Το Αγγλικό με υποπρόξενο τον Gontefroi B adettui,
το Αυστροουγγρικό με υποπρόξενο τον E.Rezuglian,
της Γερμανίας με υποπρόξενο  τον W.Rolide,
της Γαλλίας με διευθύνοντα τον Ιωάννη Τακέλλα,
της Ελλάδας  με διευθύνοντα τον Ν.Τσιρίπη,
της Ιταλίας με διευθύνοντα  τον Evariste Tacchella,
της Περσίας με υποπρόξενο τον Αντώνιο Χαμπούρη, και
της Ρωσία με υποπρόξενο τον Αθανάσιο Κρίτης.

Ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο που μας δίνει ο οδηγός είναι οι ασχολίες των κατοίκων της πόλης. Αναφέρει ονομαστικά όλες τις επιχειρήσεις της πόλης. Συγκεκριμένα:
 


Το δεύτερο Τζαμί στο κέντρο της πόλης

Υπάρχουν  κατά αλφαβητική σειρά: έξι έμποροι και παραγωγοί αλεύρων,  τρία εργοστάσια αεριούχων ποτών, τρείς αμαξηλάτες (ένας βούλγαρος και δύο Οθωμανοί), τρεις ανθρακέμποροι, δέκα  αντιπροσωπείες εισαγωγών και εξαγωγών. Μία από αυτές, του Κανέτσου Ι.Χ. και Υιοί, είχε ιδρυθεί το 1860 και διατηρούσε υποκαταστήματα στην Αίνο και αλλού, ενώ μία άλλη, του Κ. Κορδέλη, αντιπροσώπευε το Ουγγρικό Αυτοκρατορικό Επιμελητήριο. Μία επιχείρηση Αποστολών, έξι  Αρτοποιών, δύο Αργυραμοιβών, δύο  ασφαλειών ζωής, τέσσερες ασφαλειών θαλάσσης και πέντε ασφαλειών πυρός, ένα εργοστάσιο ατμόμυλων (του Πρωτόπαπα Δ.Γ. και Σία).



 Το Ρωσικό Προξενείο (στη θέση που σήμερα είναι το κτίριο του Νομαρχείου)

Επίσης δέκα εξαγωγείς βαλανιδιών, τέσσερα βιβλιοδετεία – βιβλιοπωλεία – χαρτοπωλεία, επτά γαλακτοπωλεία, δέκα τέσσερες εμπόρων γεννημάτων (δημητριακών), πέντε δερματέμποροι, τέσσερες δικηγόροι (δύο Οθωμανοί, ένας  Έλληνας και ένας Αρμένιος), επτά εκτελωνιστές, τέσσερες έμποροι ελαίων και σαπουνιών, έξι έμποροι αποικιακών, τέσσερεις έμποροι κασμιριών και ετοίμων ενδυμάτων (τρεις Έλληνες και ένας Εβραίος), τέσσερες έμποροι ναυτικών ειδών (τρεις Έλληνες και ένας Αρμένιος), δέκα έμποροι υφασμάτων (επτά Έλληνες, ένας Εβραίοι και δύο Αρμένιοι), πέντε εμπορομεσίτες, έξι εμποροπλοίαρχοι (πέντε Έλλην ες και ένας Οθωμανός), πέντε εντολοδόχοι,  πέντε εστιατόρια (τέσσερες Έλληνες και ένας Αρμένιος) και τρία μαγειρεία, δύο ζαχαροπλαστεία, δύο αποθήκες ζύθου, μία αντιπροσωπεία ηλεκτρικών ειδών, δέκα γιατροί, όλοι Έλληνες, από ένας έμπορος καυσόξυλων και καπνών, δέκα τρία καφενεία, μία επιχείρηση Κήπων του Δημοσίου, πέντε κουρεία, έξι κρεοπωλεία, τρία λευκοσιδηρουργεία, μία επιχείρηση για γεωργικές μηχανές και μία για ραπτομηχανές, εννέα επιχειρήσεις ξενοδοχείων με ονόματα όπως  «Η Ρούμελη», «Η Ευρώπη», «Αδριανούπολης», «Grand Hotel», «Κωνσταντινούπολη» κ.λ.π. και δύο πανδοχεία.

 Ο Ατμόμυλος της εταιρείας Γ.Δ. Πρωτόπαπας και Σία, από τους μεγαλύτερους των Βαλκανίων.
Επίσης υπήρχαν τέσσερες επιχειρήσεις εμπορίας ξυλείας και πέντε ξυλουργεία, ένας Οδοντίατρος, δέκα οινοπωλεία και εργοστάσια ποτών,  είκοσι παντοπωλεία, δύο εμπορίας και επισκευής ποδηλάτων, δέκα τρία πρακτορεία ακτοπλοϊκών εταιρειών, πέντε ραφεία, (τρία Ελληνικά, ένα εβραϊκό και ένα Αρμένικο), πέντε έμποροι σιδήρου και σιδηρικών, τέσσερες σιδηρουργοί (τρεις Έλλην ες και ένας Αρμένιος), επτά σιτέμποροι, τρεις Τράπεζες και έξι Τραπεζίτες, τρεις εξαγωγικές επιχειρήσεις τυριών,  επτά υποδηματοποιεία, πέντε φαρμακεία, ένα χρυσοχοείο και τρία  ωρολογοποιεία (από τα οποία τα δύο Αρμενικά).




Το υποκατάστημα της Γερμανοανατολικής Τράπεζας στο Δεδέαγατς.

Σημειώνουμε ότι το Οθωμανικό κράτος, αντιλαμβανόμενο την γεωπολιτικοστρατική θέση της νέας πόλης και την ανάπτυξη που έλαβε λόγω του σιδηροδρόμου και του λιμανιού, από τα τέλη του 19ου αιώνα είχε αρχίσει να επενδύει σε υποδομές προκειμένου να  καταστήσει την πόλη διοικητικό, οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής. Είναι η εποχή που αναγείρονται στη πόλη πολλά Δημόσια κτίρια κάποια από τα οποία σώζονται μέχρι και σήμερα (Δικαστήριο, ταχυδρομείο, παιδικός σταθμός, Νοσοκομείο, φυλακές, Πασαλίκι, στρατώνες κάπου προς τη Χιλή αλλά και σπίτια αξιωματικών στη παραλία, ακόμη και πανεπιστημιακές σχολές, όπως η Ακαδημία κ.λ.π. κτίρια). Όλο αυτό το πρόγραμμα ανάπτυξης της πόλης διέκοψαν οι επακολουθήσαντες πόλεμοι (Βαλκανικοί και Παγκόσμιος) και η κατάληψη της πόλης από τους Βουλγάρους, που απέβλεπαν στην  έξοδό τους στο Αιγαίο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου